Η εκτομή της μήτρας αποτελεί χειρουργική μέθοδο στη γυναικολογία, η οποία διενεργείται για διάφορους λόγους. Ανάμεσα σε αυτούς είναι οι διαταραχές στην έμμηνο ρύση κατά τα οποία παρατηρείται αύξηση της ροής αίματος κάθε μήνα (μηνορραγία), αλλά και ενδεχομένως ενοχλήσεις κατά την περίοδο (δυσμηνορροία). Η ύπαρξη ινομυωμάτων (καλοήθων, συνήθως, σχηματισμών της μήτρας) ενδέχεται να προκαλούν τα προαναφερθέντα συμπτώματα, αλλά και αίσθημα πίεσης χαμηλά στην κοιλιά, ακόμη και συμπιεστικά φαινόμενα στην ουροδόχο κύστη με συνέπεια την τάση για συχνή ούρηση.
Η ενδομητρίωση είναι μια άλλη αρκετά κοινή πάθηση, με συχνότητα έως και μία στις επτά στις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας. Προκαλεί πόνο στην κοιλιά και τη μέση κατά την περίοδο, κατά τη σεξουαλική επαφή και μερικές φορές κατά την κένωση. Η αντιμετώπισή της είναι η χειρουργική της απομάκρυνση και, σε γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, η υστερεκτομή είναι η πλέον ενδεδειγμένη λύση ανακουφίζοντας τον πόνο στο μέγιστο βαθμό.Οι προκαρκινικές αλλοιώσεις του τραχήλου της μήτρας, που βρίσκονται εξαρχής από ένα παθολογικό τεστ Παπανικολάου, μπορεί επίσης να οδηγήσουν στην αφαίρεση της μήτρας μαζί με τον τράχηλο αυτής, συνήθως σε γυναίκες που ολοκλήρωσαν την οικογένειά τους. Τέλως, κακοήθειες του σώματος της μήτρας, του τραχήλου αυτής και των ωοθηκών αποτελούν λόγο υστερεκτομής.
Η τεχνική της αφαίρεσης της μήτρας αποτελεί πολύ παλαιά χειρουργική πράξη, η οποία συνήθως γινόταν μέσω μεγάλης τομής στην κοιλιά (κοιλιακή υστερεκτομή) και κατόπιν δια μέσω του κόλπου (κολπική υστερεκτομή). Τα τελευταία, όμως, 20 έτη η εξέλιξη της τεχνολογίας μάς έδωσε τη δυνατότητα να τελούμε τέτοια χειρουργεία λαπαροσκοπικά (λαπαροσκοπική υστερεκτομή). Με τη χρήση, δηλαδή, πολύ μικρών τομών στην κοιλιά, από μισό μέχρι και ένα εκατοστό και χρησιμοποιώντας ειδικά λαπαροσκοπικά εργαλεία, που καθιστούν τη μέθοδο της υστερεκτομής ασφαλή και γρήγορη.
Για να δούμε ποια μορφή υστερεκτομής είναι καλύτερη για τις γυναίκες, πραγματοποιήθηκαν πολλές μελέτες που συνέκριναν την κοιλιακή, την κολπική και τη λαπαροσκοπική υστερεκτομή. Ανάλυση όλων αυτών των μελετών από το μεγαλύτερο ινστιτούτο μελετών στον κόσμο (Cochrane Collaboration), έδειξε πως η κοιλιακή υστερεκτομή πρέπει να αποφεύγεται και να προτιμώνται η κολπική και η λαπαροσκοπική μέθοδοι λόγω λιγότερου πόνου μετά το χειρουργείο, μικρότερης απώλειας αίματος κατά τη διάρκεια του χειρουργείου και γενικότερα λιγότερων επιπλοκών. Έτσι, η κλασική τομή των 10 με 15 εκατοστών στην κοιλιά πρέπει να γίνεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και όπου η κολπική και η λαπαροσκοπική δεν μπορούν να γίνουν.Προσφάτως, δύο μεγάλες μελέτες έδειξαν ότι η λαπαροσκοπική αφαίρεση της μήτρας έχει πλεονεκτήματα για τις γυναίκες έναντι της από τον κόλπο αφαίρεσης. Συνοδεύεται απο λιγότερο μετεγχειρητικό πόνο, μικρότερη αιμορραγία και μικρότερη παραμονή της ασθενούς στο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα λίγοτερο κόστος και νοσήλεια.
Έτσι σε γενικές γραμμές η λαπαροσκοπική αφαίρεση της μήτρας είναι προτιμητέα της κοιλιακής και κολπικής λόγω:
- Συντομότερη παραμονή στο νοσοκομείο. Μία (1) ημέρα για τη λαπαροσκοπική, 3 για την κολπική και 5 με 7 για την κοιλιακή.
- Ελαχιστοποίηση της αιμορραγίας κατά την επέμβαση.
- Μειωμένος πόνος έπειτα από το χειρουργείο.
- Μικρότερη ανάγκη για αναλγητικά μετά την επέμβαση.
- Χαμηλότερο συνολικό κόστος για την ασθενή.
- Ταχύτερη επιστροφή στις συνήθεις δραστηριότητες εντός ολίγων ημερών στη λαπαροσκοπική υστερεκτομή σε αντίθεση με τις εβδομάδες που απαιτούνται στο ανοιχτό (κοιλιακό) χειρουργείο.