Η κυστική ίνωση (ΚΙ) είναι το συχνότερο κληρονομικό νόσημα στους Kαυκάσιους, ενώ στη χώρα μας αποτελεί το δεύτερο συχνότερο κληρονομικό νόσημα μετά τη Μεσογειακή Αναιμία, με συχνότητα φορέων 4-5%. Η νόσος προσβάλλει πολλά όργανα του σώματος αλλά κυρίως τους πνεύμονες, το πάγκρεας, το ήπαρ, τους ιδρωτοποιούς αδένες και το έντερο, με τις βαρύτερες και πιο κρίσιμες για την πορεία των ασθενών επιπλοκές να εκδηλώνονται στο αναπνευστικό σύστημα. Το κύριο χαρακτηριστικό της κυστικής ίνωσης είναι η παραγωγή παχύρρευστων εκκρίσεων σε διάφορα όργανα και αδένες του σώματος, που έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή καταστροφή ζωτικών οργάνων. Αφού δεν υπάρχει κάποια θεραπεία που να μπορεί να εξασφαλίσει την πλήρη ίαση του προβλήματος, είναι πολύ σημαντικό να δώσουμε προσοχή στην πρόληψη, ώστε να μειώσουμε την επίπτωσή του στον γενικό πληθυσμό. Στις επόμενες γραμμές, θα έχετε την ευκαιρία να μάθετε περισσότερα για τα εργαλεία που μας προσφέρει η επιστήμη της Γενετικής. Αυτά τα εργαλεία μπορούν να μας βοηθήσουν να εντοπίσουμε έγκαιρα τους φορείς της κυστικής ίνωσης, ώστε να μπορέσουμε να σταματήσουμε τον κύκλο δημιουργίας απογόνων με αυτή την πάθηση.
Πώς κληρονομείται η κυστική ίνωση;
Για να εμφανίσει ένα άτομο κυστική ίνωση θα πρέπει να φέρει ένα ζεύγος μεταλλαγμένων γονιδίων. Στην περίπτωση που το άτομο φέρει μόνο ένα μεταλλαγμένο γονίδιο, τότε ονομάζεται «φορέας» κυστικής ίνωσης. Για το λόγο αυτό, οι μέλλοντες γονείς, οι οποίοι δεν είναι δυνατό να γνωρίζουν εάν είναι φορείς, πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη έλεγχο του υπεύθυνου γονιδίου (CFTR) πριν ή κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της κύησης.
Το γονίδιο CFTR είναι υπεύθυνο για την παραγωγή μιας πρωτεΐνης (CFTR – Cystic Fibrosis Transmembrane Regulator), η οποία έχει ρυθμιστικό ρόλο στη διαμεμβρανική αγωγιμότητα των ηλεκτρολυτών. Η απουσία της λειτουργικής πρωτεΐνης CFTR στην κυτταρική μεμβράνη των επιθηλιακών κυττάρων έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή ιδρώτα με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο και χλώριο (που συνδέεται με κίνδυνο υπονατριαιμικής αφυδάτωσης) και την αυξημένη γλοιότητα των εκκρίσεων των εξωκρινών αδένων. Όσον αφορά στο αναπνευστικό σύστημα, οι εκκρίσεις αποξηραίνονται, δημιουργούνται βύσματα βλέννης στους βρόγχους που οδηγούν σε στάση, απόφραξη και αναπνευστικές λοιμώξεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν περιγραφεί περισσότερες από 2000 διαφορετικές μεταλλάξεις στο γονίδιο CFTR που μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση συμπτωμάτων. Η συχνότητα και το είδος των μεταλλάξεων έχουν σαφή πληθυσμιακή και γεωγραφική κατανομή. Για παράδειγμα, στις περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης ανιχνεύεται κυρίως μια μετάλλαξη, η p.F508del, σε ποσοστά που αγγίζουν το 70-80%, ενώ στις Νοτιοευρωπαϊκές χώρες το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται στο 30-54%. Ειδικότερα στην Ελλάδα, έχουν ανιχνευθεί περισσότερες από 180 μεταλλάξεις υπεύθυνες για το νόσημα.
Σε ποιες περιπτώσεις ζευγαριών έχει ένδειξη ο προγεννητικός έλεγχος για κυστική ίνωση;
Ο έλεγχος για την κυστική ίνωση συστήνεται σε όλα τα ζευγάρια, πριν ή κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων της εγκυμοσύνης, λόγω της αυξημένης συχνότητας των φορέων. Ιδιαίτερα δε, σε συντρόφους φορέων και ασθενών, σε εγκυμοσύνες στις οποίες το έμβρυο παρουσιάζει υπερηχογένεια εντέρου, σε άνδρες με στειρότητα λόγω απουσίας του σπερματικού πόρου, αποφρακτική αζωοσπερμία και ολιγοσπερμία καθώς και σε ζευγάρια που πρόκειται να αρχίσουν διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF).
Ακριβέστερα, η προγεννητική εξέταση για την εν λόγω πάθηση θεωρείται αναγκαία διότι όταν και οι δύο γονείς είναι φορείς, υπάρχει 25% πιθανότητα να αποκτήσουν τέκνο που να έχει κληρονομήσει και τα δύο μη-λειτουργικά γονίδια, με συνέπεια να εκδηλώνει την ασθένεια. Το ποσοστό ισχύει σε κάθε κύηση, ανεξάρτητα από το φύλο του βρέφους.Όταν ο ένας γονέας είναι φορέας γονιδίου με μετάλλαξη μπορεί να μεταβιβάσει είτε το φυσιολογικό (50% πιθανότητα), είτε το μεταλλαγμένο γονίδιο (50% πιθανότητα) στο παιδί του με τυχαίο τρόπο.
Εάν ο ένας γονέας νοσεί και ο άλλος δεν είναι φορέας, τότε όλα τα παιδιά θα είναι φορείς. Όταν ο ένας γονέας είναι φορέας και ο άλλος αρνητικός για το σύνολο των μεταλλάξεων, η πιθανότητα να αποκτήσουν παιδί που πάσχει ανέρχεται στο 1/2300 (0.04%).
Διάγνωση κυστικής ίνωσης
Με τη μοριακή γενετική εξέταση που πραγματοποιείται στο περιφερικό αίμα του ασθενούς εντοπίζονται οι μεταλλάξεις που προκαλούν τη νόσο. Ο μοριακός έλεγχος ολόκληρου του γονιδίου, συμπεριλαμβανομένων των ελλειμμάτων και διπλασιασμών, εντοπίζει το σύνολο περίπου των μεταλλάξεων στο γονίδιο.
Το εργαστήριο παρέχει 3 δυνατότητες ελέγχου του υπεύθυνου γονιδίου CFTR:
– Έλεγχος της συχνότερης μετάλλαξης στον ελληνικό πληθυσμό, ΔF508
– Έλεγχος του 80% των συχνότερων μεταλλάξεων του γονιδίου στον ελληνικό πληθυσμό
– Έλεγχος όλου του γονιδίου με αλληλούχιση επόμενης γενιάς (next-generation sequencing)